Skip to content

Παιδεία : Δεν είναι μόνο θέμα χρηματοδότησης

12/01/2009

Απόσπασμα  μελέτης με τίτλο «Ανοικτό στην Κοινωνία Σχολείο» .Συγγραφική ομάδα Μ. ∆αμανάκη Β. Κουλαϊδής Α. Κόκκος Κ. Λάμνιας Κ. ∆ημόπουλος

Ανοιχτό στη κοινωνία σχολείο – Αποτύπωση του ευρωπαϊκού τοπίου

[…] Ως «επιτυχημένα εκπαιδευτικά συστήματα» εννοούνται τα εκπαιδευτικά συστήματα τα οποία παράγουν τα υψηλότερα μαθησιακά αποτελέσματα. Παρότι με βάση τους σχετικούς δείκτες (βλ. Κεφάλαιο 1) η χώρα μας διαθέτει πλέον ένα από τα ευρύτερης πρόσβασης εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη, εντούτοις δεν επιδεικνύει αντίστοιχες επιδόσεις ως προς τα μαθησιακά αποτελέσματα που παράγει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα (βλ. για παράδειγμα τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA 2000 και PISA 2003).

Σύμφωνα με μια κυριαρχούσα αντίληψη στη χώρα μας, το ζήτημα της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος συνδέεται κυρίως -αν όχι αποκλειστικά- με την επάρκεια της δημόσιας χρηματοδότησής του. Πράγματι, η Ελλάδα καταλαμβάνει μια από τις χαμηλότερες θέσεις ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, όσον αφορά τους πόρους ως ποσοστού του ΑΕΠ που διαθέτει για την Εκπαίδευση. Ειδικότερα για τις βαθμίδες της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (∆ημοτικό και Γυμνάσιο) και της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Λύκειο), το ποσοστό αυτό ανέρχεται συνολικά στο 2.6% (1.1% για την υποχρεωτική εκπαίδευση και 1.5% για το Λύκειο) όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 3.8% (2.6% για την πρωτοβάθμια και την κατώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και 1.2% για την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) (OECD, 2004, πίνακας Β2.1c). Ωστόσο, η χρηματοδότηση δεν αποτελεί τον αποκλειστικό και ίσως ούτε τον κυριότερο παράγοντα που οδηγεί σε βελτιωμένα ποιοτικά μαθησιακά αποτελέσματα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της ∆ανίας η οποία ενώ δαπανά το 4,3% του ΑΕΠ για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή συνολικά, γεγονός που την κατατάσσει ανάμεσα στις 2-3 πρώτες χώρες στην Ευρώπη, εντούτοις οι μαθητές της κατατάσσονται ως προς την αναγνωστική τους ικανότητα στη δέκατη θέση και ως προς τις επιδόσεις τους στις Φυσικές Επιστήμες, μόλις στη δέκατη έκτη θέση ανάμεσα σε δεκαεννέα ευρωπαϊκές χώρες.

Από τα στοιχεία του διαγωνισμού PISA του 2003 φαίνεται πως σε βελτιωμένα μαθησιακά αποτελέσματα συμβάλλουν με θετικό τρόπο παράγοντες πέραν της δημόσιας χρηματοδότησης, όπως (OECD, 2003b):

α) Ο βαθμός εμπλοκής των μαθητών στη λειτουργία του σχολείου. Ο παράγοντας αυτός προσεγγίζεται με βάση δυο δείκτες: ο πρώτος αποτυπώνει το βαθμό στον οποίο οι μαθητές αισθάνονται μέλη της σχολικής κοινότητας (sense of belonging), ο δεύτερος αποτυπώνει το βαθμό στον οποίο συμμετέχουν οι μαθητές στη σχολική ζωή (participation). Ως προς τον πρώτο δείκτη, η Ελλάδα σήμερα κατατάσσεται δέκατη έκτη, ενώ ως προς το δεύτερο κατατάσσεται δέκατη όγδοη, δηλαδή προτελευταία ανάμεσα σε δεκαεννέα ευρωπαϊκές χώρες μέλη του ΟΟΣΑ για τις οποίες υπάρχουν σχετικά στοιχεία. O παράγοντας αυτός σχετίζεται ευθέως με τις στοχεύσεις του Ανοικτού Σχολείου προς την κατεύθυνση των νέων παιδαγωγικών προσεγγίσεων που θέτουν το μαθητή, τις ανάγκες του και τις κλίσεις του, στο κέντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, δίνοντας έμφαση στη δημιουργία ενός γόνιμου και δημιουργικού κλίματος σχολικής ζωής μέσα από την αναδιοργάνωση του σχολικού χώρου και της δραστηριότητας μέσα και γύρω από το σχολείο.

β) Ο βαθμός αποκέντρωσης στη διαχείριση των οικονομικών πόρων που διοχετεύονται στο εκπαιδευτικό σύστημα. Ο παράγοντας αυτός εκτιμάται με βάση το συνολικό ποσοστό των οικονομικών πόρων των οποίων η διαχείριση διεξάγεται είτε σε περιφερειακό είτε σε τοπικό επίπεδο. Με βάση αυτόν τον παράγοντα, επιβεβαιώνεται ότι η Ελλάδα διαθέτει το πιο συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα στην Ευρώπη, αφού η διαχείριση μόνο 1% των σχετικών πόρων διεξάγεται σε αυτό το επίπεδο.

γ) Ο βαθμός αποκέντρωσης των αποφάσεων που αφορούν στην εκπαιδευτική λειτουργία. Ο παράγοντας αυτός αντιστοιχεί στο ποσοστό των αποφάσεων σχετικά με την οργάνωση της διδασκαλίας, τη διοίκηση του εκπαιδευτικού προσωπικού, τις υποδομές και τα εκπαιδευτικά μέσα που λαμβάνονται είτε σε τοπικό επίπεδο είτε ακόμα και στο επίπεδο της κάθε σχολικής μονάδας. Και ως προς αυτή την παράμετρο, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται ότι αποτελεί το πιο συγκεντρωτικό από τα εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη. Οι αποφάσεις για όλα τα ζητήματα λαμβάνονται κεντρικά και μόνον οι αποφάσεις που αφορούν στη διάσταση της οργάνωσης της διδασκαλίας (σειρά και ρυθμός κάλυψης της ύλης, μέθοδος διδασκαλίας, τρόποι αξιολόγησης, κ.λ.π) λαμβάνονται κατά 63% στο επίπεδο της σχολικής μονάδας. Όπως φαίνεται, τη μεγαλύτερη συγκριτικά επίπτωση στην επίτευξη ποιοτικών μαθησιακών αποτελεσμάτων φαίνεται να έχει η αποκέντρωση των αποφάσεων.
Η Φινλανδία και η Σουηδία κατατάσσονται δεύτερη και τρίτη ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, ως προς τις δαπάνες για την εκπαίδευση ως ποσοστού του ΑΕΠ. Ταυτόχρονα, οι μαθητές στις δύο αυτές χώρες κατατάσσονται αντίστοιχα στην πρώτη και στην τρίτη θέση στην αναγνωστική ικανότητα, στην πρώτη και στην έβδομη θέση στις μαθηματικές  ικανότητες και στην πρώτη και στην τέταρτη θέση στις ικανότητες στις Φυσικές
Επιστήμες, ανάμεσα σε όλους τους ευρωπαίους μαθητές πους συμμετείχαν στον τελευταίο διαγωνισμό PISA. ∆εν αποτελεί τυχαίο γεγονός ότι τα εκπαιδευτικά συστήματα της Φινλανδίας και της Σουηδίας χαρακτηρίζονται από τους δύο παράγοντες που προαναφέρθηκε ότι συμβάλλουν θετικά σε υψηλού επιπέδου μαθησιακά αποτελέσματα.
Συγκεκριμένα, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι δύο χώρες διαθέτουν τα πιο αποκεντρωμένα εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη, αφού στη μεν Φινλανδία το 91% των αποφάσεων που αφορούν τη διαχείριση των πόρων του εκπαιδευτικού συστήματος λαμβάνονται σε τοπικό επίπεδο, ενώ το 98% των αποφάσεων που αφορούν την καθαυτό εκπαιδευτική λειτουργία λαμβάνονται σε τοπικό επίπεδο ή στο επίπεδο της κάθε σχολικής μονάδας. Στη δε Σουηδία το ποσοστό των αποφάσεων που αφορούν εκπαιδευτικά θέματα και λαμβάνονται σε τοπικό επίπεδο ή ανεξάρτητα από την κάθε σχολική μονάδα φθάνει στο 82.5%. Τέλος, η Σουηδία είναι πρώτη και η Φινλανδία ενδέκατη ως προς το δείκτη που εκφράζει την αίσθηση του ανήκειν στη σχολική κοινότητα των μαθητών.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει ότι οι βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις του Ανοικτού Σχολείου όπως περιγράφηκαν στο κεφάλαιο 2, όχι μόνο αποτελούν τις βασικές γραμμές επάνω στις οποίες κινούνται σήμερα τα πιο προηγμένα εκπαιδευτικά συστήματα των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν προϋποθέσεις επίτευξης ενός ποιοτικού επιπέδου εκπαίδευσης που είναι σε θέση να παράγει υψηλής στάθμης μαθησιακά αποτελέσματα. Οι προσανατολισμοί του Ανοικτού Σχολείου υπαγορεύονται τόσο από τη θετική εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών συστημάτων, όσο και από την ανάγκη η χώρα μας να συγκλίνει και να γίνει ανταγωνιστική στο επίπεδο της εκπαίδευσης με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης.

Advertisements
Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: