Skip to content

Η ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι εμπόρευμα

Μετάφραση: Δώρα Λαφαζάνη και Μυρτώ Βλαστού-Λαφαζάνη

Tου Daniel Monteux, Γαλλία*

Syndicat National de l’Enseignement Supérieur-DSU – ATTAC-France –  Espaces Marx

Η ανώτατη εκπαίδευση, κατέχει στρατηγική θέση στην κοινωνία των αρχών του 21ου αιώνα.

Με τις δραματικές επιστημονικές και τεχνολογικές αλλαγές, την επανάσταση της πληροφορίας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, και με την παγκόσμια άνοδο της ζήτησης της κατάρτισης, το όραμα «εκπαίδευση για όλους» γνώρισε την πιο θεαματική εξάπλωση. Το 1960 υπήρχαν στον κόσμο 13 εκατομμύρια φοιτητών· σήμερα πλησιάζουν τα 100, δηλαδή το 10% όλου του συνολικού πληθυσμού που φοιτά σε οποιαδήποτε βαθμίδα.

Όμως, η περίοδος αυτή είναι εκείνη κατά την οποία, ως προς την πρόσβαση στις ανώτατες σπουδές και στην έρευνα, το ρήγμα μεταξύ των βιομηχανικών χωρών και των λεγόμενων «υπό ανάπτυξη» χωρών δεν σταμάτησε να βαθαίνει, εις βάρος μιας ενδογενούς ανάπτυξης των λαών του Νότου. Στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, περισσότεροι από τους μισούς νέους έχουν πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση·. Στη Βραζιλία, ανερχόμενη χώρα, το ποσοστό αυτό πέφτει στο 8.

Μόνο το 20% των ανθρώπων ωφελείται από ό,τι αποκαλείται «κοινωνία της γνώσης». Η «ηλεκτρονική μόρφωση» δεν μπορεί ν’ αποτελέσει την θαυματουργή συνταγή, όταν ξέρουμε ότι στην Αφρική του 9% του παγκόσμιου πληθυσμού δεν αντιστοιχεί παρά το 0,4% των υπολογιστών, ενώ στις ΗΠΑ, με το 4% αντιστοιχεί το 26%.

Η ανώτατη εκπαίδευση είναι πρωταρχικό κοινωνικό διακύβευμα, με πολιτισμικό και κοινωνικό ρόλο χωρίς προηγούμενο, αφού παράγει και μεταδίδει γνώσεις στους φοιτητές, τις διαχέει στην κοινωνία και αποτελεί το επιστέγασμα των εκπαιδευτικών συστημάτων. Οι δυνάμεις του κεφαλαίου και της οικονομικής παγκοσμιοποίησης θέλουν να την χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο της εξουσίας τους· Το ανερχόμενο κίνημα για έναν διαφορετικό κόσμο, δρα έτσι ώστε η εκπαίδευση στο σύνολό της, όπως το νερό, η υγεία και το περιβάλλον, να αναγνωριστεί ως αγαθό κοινό για την ανθρωπότητα.

Τα διακυβεύματα είναι ταυτόχρονα οικονομικά (η τεράστια αγορά της εκπαίδευσης), ιδεολογικά (το περιεχόμενο των σπουδών), πολιτικά (γνώσεις που κατάσχονται από μια μειοψηφία για να σταθεροποιήσει την εξουσία της ή οικουμενική κοινοκτημοσύνη της γνώσης.  )

Άμεσες και μαζικές κινητοποιήσεις είναι, λοιπόν, επείγουσες και αναγκαίες, ώστε να εμποδίσουμε να ανοιχτούν στον ανταγωνισμό και το εμπόριο η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, η υγεία, τα οπτικοακουστικά μέσα, όπως συμβαίνει ήδη, τα ταχυδρομεία, το τηλέφωνο, τα τρένα, η ηλεκτρική ενέργεια.

Στην προοπτική της συνόδου του ΠΟΕ (Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου που θα γίνει τον Σεπτέμβρη στο Μεξικό, οι 144 χώρες-μέλη οφείλουν ως τις 31 Μαρτίου 2003 να καταθέσουν τις «προσφορές» τους για την «απελευθέρωση» των υπηρεσιών, για την διαπραγμάτευση των GATS. Είναι η προτεραιότητα της στιγμής.
Αναπτύσσονται αντιστάσεις. Όμως υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσαν αυτές να αποτρέψουν την εφιαλτική αυτή προοπτική, όπως έγινε το 1998 με το σχέδιο ΜΑΙ (πολυμερείς συμφωνίες για τις επενδύσεις);

Ο ΠΟΕ, ο οποίος παρ’ όλο ότι δεν ανήκει στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, έχει υπερβολική εξουσία, ακόμα και δικό του δικαστήριο, δεν είναι ένα όργανο ρύθμισης. Είναι όργανο απορρύθμισης που έχει σκοπό του να ανοίξει στον ανταγωνισμό, στο νόμο της αγοράς, όλους τους τομείς δραστηριότητας χωρίς καμιά εξαίρεση. Ελέγχεται από τα πιο ισχυρά κράτη, αρχίζοντας από τις ΗΠΑ, και άρα από τις πολυεθνικές και τις οικονομικές αυτοκρατορίες στις οποίες τα κράτη αυτά εκχώρησαν τις οικονομικές αρμοδιότητές τους.

Το όπλο του, οι GATS, στο κέντρο των οποίων υπάρχει η πρόβλεψη του «πιο προνομιακού κράτους», υποχρεώνουν κάθε συμβαλλόμενη χώρα να παραχωρήσει, άνευ όρων, σε ξένους οικονομικούς παράγοντες που δρουν στην επικράτειά της, την ίδια ακριβώς μεταχείριση την οποία επιφυλάσσει στους δημόσιους και ιδιωτικούς εθνικούς παράγοντες (την «εθνική μεταχείριση»).

Σ’ αυτή τη βάση γίνονται οι διαπραγματεύσεις σε σχέση με τις δεσμεύσεις που κάθε χώρα απαιτεί ή προσφέρει στους εταίρους της. Από τη στιγμή που θα συμφωνηθούν, οι δεσμεύσεις είναι αμετάκλητες.
Η πίεση των δυνάμεων της αγοράς για να επιβάλουν τις περισσότερες δυνατές δεσμεύσεις είναι ανάλογη με το οικονομικό διακύβευμα, που υπολογίζεται για την εκπαίδευση σε 2000 δισ. δολάρια, ενώ η ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί το φιλέτο της αγοράς.

Για παράδειγμα, θα αναφέρω το επίσημο περιεχόμενο του αιτήματος που διατυπώθηκε από την αμερικανική κυβέρνηση σε σχέση με την ανώτατη εκπαίδευση, την εκπαίδευση ενηλίκων και την εκπαιδευτική αξιολόγηση: ένα πραγματικό τελεσίγραφο κατατέθηκε σε 44 χώρες, μεταξύ των οποίων οι 15 τις ΕΕ, το οποίο απαιτεί να καταθέσουν έναν πλήρη κατάλογο με δεσμεύσεις ανοίγματος των αντίστοιχων τομέων τους στο διεθνή ανταγωνισμό, και ζητεί από αρκετές από αυτές (Ιαπωνία, Ισραήλ) να αναγνωρίσουν τα διπλώματα που απονέμονται από «πιστοποιημένα» ιδιωτικά ιδρύματα ή να άρουν τους περιορισμούς που ισχύουν στη συμμετοχή ξένων εταίρων (Κίνα, Τουρκία, Φιλιππίνες, Μεξικό).

Πίσω από αυτά τα αιτήματα, υπάρχει όλη η πίεση των lobbies όπως ο ‘Coalition of Services Industries (CSI) και του παραρτήματός του, της National Committee for International Trade in Education’ (NTICE) τόσο ισχυρών στην κυβέρνηση Μπους όσο και το πετρελαϊκό lobby του Τέξας. Στην Ευρώπη έχουμε την εργοδοτική οργάνωση UNICE και το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Υπηρεσιών (EFS).

Η αποδοχή αυτών των απαιτήσεων θα είχε αποτέλεσμα το ολοκληρωτικό άνοιγμα του τομέα της εκπαίδευσης στον ανταγωνισμό, στις χώρες όπου υπάγεται ακόμα σε δημόσιο έλεγχο. Θα είχε επίσης αποτέλεσμα την πλήρη απαγόρευση της ανάκλησης των ιδιωτικοποιήσεων στις χώρες όπου έχουν ήδη επιβληθεί το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα…

Όσο για τις ΗΠΑ, αυτές μπορούν ανά πάσα στιγμή να αυτο-εξαιρεθούν από την «απελευθέρωση» που προσπαθούν να επιβάλουν στους άλλους, ενεργοποιώντας την παράγραφο 301 του ομοσπονδιακού νόμου για το εμπόριο.
Στην πραγματικότητα, τα ανοίγματα που ζητούν απορρέουν από μια στρατηγική μονομερούς κατάκτησης των αγορών των άλλων και, όπως και στη γεωργία, προστασίας της δικής τους αγοράς.

Βέβαια, στην εκπαίδευση, ο ανταγωνισμός του ιδιωτικού τομέα, το βάρος των ιδιωτικών επιχειρήσεων και οι ιδιωτικοποιήσεις, δεν περίμεναν τις GATS για να εμφανιστούν. Παντού κερδίζουν έδαφος, επωφελούμενα από την αποδυνάμωση του δημόσιου τομέα, που υποσκάπτεται από τον περιορισμό των επενδύσεων και από την υποβάθμιση του κοινωνικού και πολιτισμικού του περιβάλλοντος : δομικές αναδιαρθρώσεις υπό την αιγίδα της ΠΤ και του ΔΝΤ, βάρος του δημόσιου χρέους, θεσμοθετημένες λογικές της αγοράς, και σύμφωνο λεγόμενης σταθερότητας στην ΕΕ… αλλά και ρόλος των ευρωπαϊκών θεσμών που προωθούν τον ανταγωνισμό της αγοράς.

Όμως, οι GATS ετοιμάζουν ένα ποιοτικό άλμα : το ολοκληρωτικό άνοιγμα στον ανταγωνισμό, την πλήρη απελευθέρωση, την υποχρέωση για το δημόσιο τομέα να λειτουργεί με τα πρότυπα της αγοράς ή να εξαφανιστεί.

Πώς να απαντήσουμε στην πρόκληση ;

Δεν μπορούμε να απαντήσουμε όπως θέλουμε, είτε με το να εγκλωβιστούμε στον κλάδο κινδυνεύοντας να μας καταπιεί ο κορπορατισμός, είτε με το να περιοριζόμαστε σε μια ρητορική και μεμονωμένες δράσεις, με την ευκαιρία των μεγάλων διεθνών συνόδων. Όλα αυτά είναι αναγκαία, αλλά ανεπαρκή.

Διότι οι αντίπαλοί μας ασκούν μία ισχυρή πίεση για να συγκαλύψουν τους στόχους τους κάτω από επιχειρήματα όπως η κοινή λογική, ο τεχνικός χαρακτήρας των αλλαγών ή το αναπόδραστο των φιλελεύθερων επιλογών.

Πρέπει λοιπόν ταυτόχρονα:

1. Να αναπτύξουμε μια εκ θεμελίων κριτική των φιλελεύθερων επιλογών και των συνεπειών τους
* σε ποιες κοινωνικές και περιβαλλοντικές καταστροφές οδηγεί η απορρύθμιση;
* η εκπαίδευση, εμπορευματοποιημένο ατομικό αγαθό ή διαρκής κοινωνική επένδυση;
* ο δημόσιος τομέας, μαύρη τρύπα στην οποία χάνονται τα χρήματα των φορολογούμενων, ή εργαλείο για εξισωτικές και βιώσιμες απαντήσεις στις κοινωνικές ανάγκες;
* πώς να δεχτούμε τη μείωση των πόρων για τη δημόσια εκπαίδευση όταν:
* το παγκόσμιο ΑΕΠ αυξάνεται από 1 έως 2 % το χρόνο
* κάθε μέρα 2 δισ. δολάρια αλλάζουν χέρια στα διεθνή χρηματιστήρια…
* το χρέος των χωρών του Νότου έχει ήδη αποπληρωθεί 3 ή 4 φορές χωρίς καν να αρχίσουμε να μιλάμε για το χρέος του βορρά προς τον νότο για 5 αιώνες αποικιακής λεηλασίας
* οι στρατιωτικές δαπάνες απορροφούν 700 δισ. δολάρια το χρόνο.

2. Να επιμείνουμε στην αναζήτηση και διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων στη δικτατορία του χρήματος, με στόχο να κάνουμε εφικτή μια άλλη εκπαίδευση για έναν και σε έναν άλλο κόσμο, κόντρα στην παγκοσμιοποιημένη φιλελεύθερη αταξία.

Ο δρόμος προς το στόχο αυτό δεν συμβιβάζεται με τις φιλελεύθερες πολιτικές για τις οποίες η εκπαίδευση δεν είναι, εν τέλει, παρά ένα εμπόρευμα όπως κάθε άλλο… οι μαθητές και οι φοιτητές είναι πελάτες που πληρώνουν, και το διδακτικό προσωπικό είναι «ανθρώπινο κεφάλαιο» υπό την επιτήρηση των χρηματιστηριακών δεικτών.
Εμείς, όμως, δεν περιοριζόμαστε σε μία λογική απλής αμφισβήτησης: αυτοί καταστρέφουν και εμείς χτίζουμε.
Αμφισβητούμε τη νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική τάξη, για να την αντικαταστήσουμε με ένα άλλο όραμα που έχει ως κέντρο του την ολοκλήρωση των ατόμων και την πλήρωση θεμελιακών λαϊκών αναγκών, μεταξύ των οποίων και η εκπαίδευση.

Σ’ αυτή τη λογική μεγαλώνουν οι ευθύνες μιας ανώτατης εκπαίδευσης, ανεξάρτητης από τις δυνάμεις του χρήματος, παραγωγού γνώσης για όλους, παιδαγωγικά καινοτόμου, ικανής να μορφώσει καλύτερα τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, ικανής επίσης να κινητοποιηθεί ως ειδικός και ως αξιολογητής στην υπηρεσία της πολιτείας : διεκδικούμε περισσότερα δημόσια μέσα.

Αυτή η άλλη εκπαίδευση είναι η αναγνώριση, εδώ και τώρα του απαράγραπτου και αναφαίρετου δικαιώματος του κάθε ατόμου και του κάθε λαού σε μία εκπαίδευση δημόσια, δωρεάν και πλήρη.
Αυτό σημαίνει ότι η εκπαίδευση οφείλει να αναγνωριστεί ως κοινό αγαθό της ανθρωπότητας, πράγμα που δικαιολογεί την υπαγωγή της στο δημόσιο έλεγχο μέσα σε ένα διευρυμένο δημόσιο χώρο.
Αυτό συνεπάγεται την οικουμενική απαίτηση για πρόσβαση όλων στην γνώση, και άρα την πραγματική πάλη ενάντια σε καθετί που την παρεμποδίζει: αναλφαβητισμός, αποκλεισμός, ανισότητες.

Την απαίτηση επίσης για μετασχηματισμό του περιεχομένου, στην κατεύθυνση της κριτικής ιδιοποίησης της γνώσης, της δημιουργίας πολιτών με προσόντα και της συνεισφοράς της, τόσο στην ολοκλήρωση των ατόμων όσο και στην βιώσιμη ανάπτυξη και διάσωση του περιβάλλοντος.
Αυτό σημαίνει επίσης ότι υπέρτατος στόχος και κινητήρια δύναμη είναι η δημοκρατία, η συμμετοχή στις επιλογές και στις αποφάσεις, στην πολιτεία και στην επιχείρηση.

Πρέπει να προχωρήσουμε, τέλος, προς μία ανώτατη και γενική εκπαίδευση, βαθιά ανανεωμένες. Αυτό απαιτεί να δράσουμε ταυτόχρονα και στους παράπλευρους εξωτερικούς παράγοντες του σημερινού εκπαιδευτικού ελλείμματος σε όλα τα επίπεδα. Δηλαδή ενάντια σε ό,τι εμποδίζει την πρόσβαση ή γεννά τη σχολική και πανεπιστημιακή αποτυχία: φτώχεια, στέγη, εργασία, σεξιστικές, ρατσιστικές ή εθνοτικές διακρίσεις, παιδική εργασία. Για να προχωρήσουμε, πρέπει οπωσδήποτε να επιλύσουμε τα προβλήματα που εμποδίζουν την εκπαίδευση και τα οποία είναι, πριν απ’ όλα, προβλήματα κοινωνίας και πολιτισμού.

Τέλος, για να έχουμε αποτελέσματα βιώσιμα και εις βάθος, είναι επείγον και αναγκαίο να διευρύνουμε τα μέτωπα της μάχης και των συμμετεχόντων. Να κινητοποιήσουμε την κοινωνία:

  • με τους θεσμούς και το περιβάλλον τους
  • με τους κατοίκους, τα σωματεία, τις τοπικές αρχές που μπορούν να αποτελέσουν τοπικούς πόλους αντίστασης
  • να ξεπεράσουμε τις περιφρακτικές λογικές, με ένα διάλογο χωρίς αποκλεισμούς και φραγμούς, με αμοιβαία κατανόηση και σεβασμό
  • να γνωστοποιήσουμε τις πρωτοβουλίες μας που πολλαπλασιάζονται
  • να συνοδεύσουμε την αντίσταση με προτάσεις
  • να δυναμώσουμε την πάλη μας στο χώρο και στο χρόνο, να της δώσουμε διάρκεια, να την παγκοσμιοποιήσουμε

Ο χρόνος πιέζει: θα μπορέσουμε να απαντήσουμε στην πρόκληση;

Πρέπει άμεσα:

  • να απαιτήσουμε μορατόριουμ στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις,
  • να καταγγείλουμε την αδιαφάνειά τους και την απουσία οποιουδήποτε δημοκρατικού ελέγχου,
  • να υιοθετήσουμε και να απαιτήσουμε να αναγνωριστεί μία ξεκάθαρη αντίληψη για την έννοια του δημόσιου τομέα,
  • να απαιτήσουμε να εξαιρεθεί ο δημόσιος τομέας από την εφαρμογή των GATS.

Η μόνιμη κρίση της εκπαίδευσης: μία ελληνική οπτική (Ι) -update

Μετάφραση από τα γαλλικά L’ Enfant de la Haute Mer

——————————————————————————————————–

Μέρος Πρώτο

Αυτό το κείμενο είναι η μετάφραση στα γαλλικά του κειμένου της ελληνικής ομάδας Τα Παιδιά της Γαλαρίας (ΤΠΤΓ) που δημοσιεύτηκε  τον Ιούλιο του 2008.

Ρίχνει μια λεπτομερή ματιά στις απεργίες και τις καταλήψεις των εκπαιδευτικών, των φοιτητών και των γονέων το 2006-2007 ως αντίδραση στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιβλήθηκαν στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Ελπίζουμε ότι θα προκαλέσει αντιδράσεις, ιδίως σ’εκείνους  που έχουν συμμετάσχει στις πολυάριθμες εκπαιδευτικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία. Στείλετε μας τις σκέψεις σας στο collectif.rto@gmail.com.

Ένα άλλο άρθρο για τους αγώνες του 2006 στην εκπαίδευση  στην Ελλάδα δημοσιεύτηκε στο : premier bilan sur le mouvement étudiant.

Η μόνιμη κρίση της εκπαίδευσης

Η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 1960 σήμανε την διόγκωση του δευτερογενή τομέα, και ιδιαίτερα της κατασκευής και της βιομηχανίας (που βασίστηκε κύρια στο χαμηλό κόστος της εργασίας και όχι σε σημαντικές πάγιες επενδύσεις κεφαλαίων), τη συνακόλουθη αγροτική έξοδο και τη διάβρωση των τοπικών οικονομιών της αυτάρκειας. Βαθμιαία, αυτή η ανάπτυξη γέννησε μια ανάγκη για πιο εξειδικευμένο και πιο διαφοροποιημένο εργατικού δυναμικό. Κατά συνέπεια, αναπτύχθηκε η δημόσια παιδεία, η βασική εκπαίδευση έγινε υποχρεωτική και ο πανεπιστημιακός πληθυσμός άρχισε ν’αυξάνει. Οι άγριες απεργίες ήταν καθημερινές, ενώ καμπάνιες για τα κοινωνικά οφέλη, τα τοπικά ζητήματα ή τη στέγη οργανώθηκαν σχεδόν σε κάθε συνοικία. Αυτή την περίοδο άρχισαν επίσης οι αγώνες για μια «ελεύθερη και δημόσια παιδεία».

Οι μεταρρυθμιστικοί ταξικοί αγώνες επέστρεψαν στην ημερήσια διάταξη μετά την πτώση της δικτατορίας (το 1974) και η εκπαίδευση – ιδιαίτερα η πανεπιστημιακή – έγινε ο κύριος «μηχανισμός» κοινωνικής ανόδου από τις αρχές της δεκαετίας 1970 , όπως έγινε και στις χώρες του προηγμένου καπιταλισμού, δύο δεκαετίες πριν.

Οι φοιτητές που προέρχονταν από οικογένειες εργατών ή χωρικών, μπόρεσαν να βρουν μια μόνιμη θέση στο δημόσιο τομέα ή μια απασχόληση σχετικά ασφαλή στον ιδιωτικό τομέα, εφόσον είχαν στην κατοχή τους ένα πανεπιστημιακό δίπλωμα (και, ακόμη παραπάνω, μπορούσαν ακόμη και να κατακτήσουν μια θέση στελέχους ή και να ξεκινήσουν μια δική τους μικρή επιχείρηση, ιδιαίτερα στον τομέα της κατασκευής). Έτσι, το δημόσιο πανεπιστήμιο έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς θεσμούς για την ενσωμάτωση και την ικανοποίηση «των κοινωνικών προσδοκιών», με μια σταθερή αύξηση δαπανών στον προϋπολογισμό του κράτους.

Η ενσωμάτωση των «λαϊκών» διεκδικήσεων συνέβαλε στη νομιμοποίηση των καπιταλιστικών εκμεταλλευτικών σχέσεων, πράγμα που αποτελεί την μία από τις δύο βασικές λειτουργίες του σύγχρονου δημοκρατικού καπιταλιστικού κράτους – η άλλη λειτουργία του είναι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ανεμπόδιστη καπιταλιστική συσσώρευση, μέσω της εντεινόμενης αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και του κεφαλαίου. Αλλά οι ταξικοί αγώνες της δεκαετίας 1970 είχαν ως συνέπεια στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το κράτος να αρχίσει να αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στην άσκηση, με ικανοποιητικό τρόπο, αυτών των δύο συμπληρωματικών αλλά αντιφατικών λειτουργιών.

Οι «κοινωνικές προσδοκίες» δεν μειώθηκαν, ούτε και ύστερα από την εισαγωγή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στη δεκαετία του 1990, οι οποίες στόχευαν στην επίλυση αυτής της αντίφασης μέσα από την διαίρεση της εργατικής τάξης. Απόδειξη, η σταθερή επανεμφάνιση των αγώνων μέσα στον εκπαιδευτικό τομέα.

Ό,τι ακολουθεί αποτελείται από κείμενα που έχουμε γράψει κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων ετών. Αυτά τα κείμενα ήταν μια απόπειρα θεωρητικής ανάλυσης της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, δηλαδή της διαδικασίας της φιλελεύθερης αναδιάρθρωσης, που επιβλήθηκε εδώ και χρόνια και των αγώνων που της εναντιώθηκαν. Πέρα από τις καταλήψεις των πανεπιστημίων, ένας άλλος πρόσφατος αγώνας που ενέπνευσε αυτά τα κείμενα ήταν η απεργία των έξι εβδομάδων των δασκάλων το φθινόπωρο του 2006. Η διάρκειά του, οι διεκδικήσεις του και το γεγονός ότι μερικοί από μας συμμετείχαν στην απεργία, μάς ώθησαν να προσπαθήσουμε να την αναλύσουμε μέσα στο γενικό πλαίσιο της κρίσης της εκπαίδευσης.

Παρόλο που οι δάσκαλοι στην Ελλάδα, δεν έχουν ακόμη αιστανθεί την πίεση μιας εργασιακής διαδικασίας αλλοτριωτικής, τυποποιημένης και υποκείμενης σε διαρκείς αξιολογήσεις – όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο παραδείγματος χάρη -, υπάρχει εντούτοις μια αύξουσα τάση εντατικοποίησης των μαθημάτων. Τα προγράμματα τείνουν για να γίνουν πιο αυστηρά, έχουν εισαχθεί νέες μέθοδοι διδασκαλίας και, αρκετά πρόσφατα, επιβλήθηκαν νέα σχολικά βιβλία στους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές με πολύ περισσότερες υλικές δυσκολίες από πριν. Η βαθμιαία απώλεια του ελέγχου των εκπαιδευτικών στην εκπαιδευτική διαδικασία συνοδεύεται αργά από την είσοδο λόμπυ που πουλάνε εκπαιδευτικά προγράμματα. Το σύνολο στεφανώνει μια αύξουσα τάση για μείωση των εκπαιδευτικών δαπανών, ως αναπόσπαστο μέρος της γενικής πολιτικής της μείωσης των δημόσιων δαπανών.

Δέκα χρόνια αργότερα

Όπως το είπαμε και παραπάνω, η παιδεία, ως ο κύριος καπιταλιστικός θεσμός που εκπαιδεύει, εξειδικεύει και διαθέτει την εργατική δύναμη ως εμπόρευμα, μέσα στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας σε συνεχή ανάπτυξη, έχει διευρυνθεί με όρους πανεπιστημιακού πληθυσμού από τη δεκαετία 1960, στην Ελλάδα. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε νέες «λαϊκές» διεκδικήσεις, σε προσδοκίες, σε ευκαιρίες κοινωνικής κινητικότητας και σε «ατομικές επιτυχίες». Οδήγησε επίσης και στη συσσώρευση εντάσεων και αντιφάσεων, απογοητεύσεων και «ατομικών αποτυχιών» (γνωστές επίσης και ως «αποτυχίες του σχολικού συστήματος»). Ήδη το 1998, συμμετείχαμε στην κίνηση ενάντια στην προηγούμενη απόπειρα του κράτους να προβεί σε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση γνωστή με το ανάρμοστο όνομα «η πράξη 2525». Τότε, στο τεύχος 7 της επιθεώρησης, γράφαμε ότι: «Ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης έχει γεννήσει μια μαζική παραγωγή προσδοκιών (και μια συναφή παροδική αύξηση, των δημόσιων υπαλλήλων και μικροαστών κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980, δηλαδή, στα 1982, το 68,7% των πτυχιούχων εργαζόταν στο δημόσιο τομέα), μια αναπόφευκτη δομική κρίση του ιεραρχικού καταμερισμού εργασίας και μια κρίση της πειθαρχίας και της νομιμοποίησης του σχολείου, με άλλα λόγια, μια κρίση νομιμότητας που χτυπά σκληρά τη δημόσια παιδεία.  »

Δέκα χρόνια μετά, είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι αυτή η κρίση… συνεχίζει.

Λίγη σημασία έχει αν ονομάζουμε αυτήν την κρίση «κρίση νομιμότητας», ή «κρίση του ρόλου της επιλογής και της απόδοσης της εκπαίδευσης», ή «κρίση προσδοκιών» ή «κρίση της αντιστοιχίας των προσόντων με τις ευκαιρίες σταδιοδρομίας» – το γεγονός είναι ότι η παιδεία οδηγήθηκε σε βαριά κρίση και ότι μοιάζει λογικό να σκεφτούμε ότι αυτή η κατάσταση θα διαρκέσει στα επόμενα χρόνια.

Είναι ακριβώς το γεγονός ότι η δημόσια παιδεία είναι υπεύθυνη για την εκπλήρωση ενός ευρέως φάσματος λειτουργιών, επειδή έχει μια μεγάλη κοινωνική σημασία, που την καταδικάζει να βρίσκεται μέσα σε μία μόνιμη κατάσταση κρίσης. Στο μέτρο που έχει ιδιοποιηθεί και έχει ενσωματώσει λειτουργίες που εκπληρώθηκαν ιστορικά από άλλους κοινωνικούς θεσμούς (η οικογένεια, η εργατική κοινότητα, το εργαστήριο, η συντεχνία), όλες οι κοινωνικές συγκρούσεις και οι αντιφάσεις φανερώνονται στην περιοχή της. Η κοινωνικοποίηση δεν περιορίζεται μόνο στην οικογένεια, η μαθητεία ως μέσο διάχυσης της γνώσης έχει σταματήσει σχεδόν να υπάρχει ως έργο της συντεχνίας, και οι ιδιώτες-κεφαλαιοκράτες δεν έχουν το δικαίωμα για να οργανώσουν τη βασική εκπαίδευση της εργατικής τους δύναμης.

Καθώς ο ρόλος της δημόσιας παιδείας αναπτύσσεται, μετασχηματίζεται μοιραία σε πεδίο κοινωνικής πάλης, έδαφος ταξικών διεκδικήσεων και κινητοποιήσεων (και συχνά, σε καθημερινό επίπεδο, σε σκληρό ανταγωνισμό ανάμεσα στα άτομα). Ακόμη περισσότερο, το γεγονός ότι όλες αυτές συγκρούσεις συμβαίνουν μέσα στη σφαίρα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων τις κάνει να μοιάζουν ως όψεις μιας εκπαιδευτικής κρίσης και όχι ως κρίση των εκμεταλλευτικών ταξικών σχέσεων. Από τη σκοπιά αυτή, ακόμα και αν το σύγχρονο σχολείο έχει χάσει το μονοπώλιό του στη μετάδοση και τη διαχείριση της γνώσης ( η λέξη γνώση έλλειπε {σ.τ.μ.}), όντας αντιμέτωπο με ισχυρές, και ίσως και πιο ελκυστικές προκλήσεις, όπως τα mass – media και το διαδίκτυο, εντούτοις διατηρεί εξ’ολοκλήρου το κοινωνικό ρόλο του (και δεν υπάρχουν σημάδια ότι θα αντικατασταθεί από άλλους κοινωνικούς θεσμούς). Αφενός, χρησιμοποιείται από το καπιταλιστικό κράτος ως μηχανισμός νομιμοποίησης και αναπαραγωγής των ταξικών σχέσεων, αφ’ ετέρου, χρησιμοποιείται από την εργατική τάξη ως εργαλείο μείωσης του διαχωρισμού και της επιλογής. Καθένας από αυτούς τους δύο ανταγωνιστικούς στόχους επιτίθεται στη ρίζα της αναπαραγωγής των καπιταλιστικών ταξικών σχέσεων.

Οι νεοφιλελεύθερες απόπειρες αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης, που έγιναν σε Ελλάδα εδώ και δέκα χρόνια, συνάντησαν την αντίθεση των φοιτητικών και μαθητικών κινημάτων, και των εκπαιδευτικών. Μέσα στο άρθρο που παραπέμψαμε προηγουμένως, προσπαθήσαμε να κάνουμε μια θεωρητική ανασκόπηση αυτής της απάντησης (πολλαπλή και λίγο-πολύ αντιφατική). Ένα εν των λαθών μας ήταν το να πάρουμε ως δεδομένο το γεγονός ότι το καπιταλιστικό κράτος θα ήταν ικανό να βγάλει τον εαυτό του από την κρίση. Εκείνη τη στιγμή, το σχέδιο εξόδου του κράτους από την κρίση ήταν προφανές : ήταν παρ’όλα αυτά ένα σχέδιο.

Διερευνώντας τις λεπτομέρειές του, αναφερθήκαμε στα διαφορετικά «εκπαιδευτικά προγράμματα που συνδέουν τις ευρωπαϊκές εκπαιδευτικές οδηγίες με μια μετα-φορντιστική οργάνωση της εργασίας και ευθυγραμμίζουν τα επαγγελματικά προσόντα με τα εκπαιδευτικά προσόντα, ώστε να διαμορφώσουν τον μελλοντικό εργάτη-συνεργάτη πολλαπλών χρήσεων, ο οποίος να έχει το ρόλο του χρήστη/καταναλωτή τεχνολογικών προϊόντων και υπηρεσιών… ».

Αναφέραμε επίσης το ρόλο «της αποκέντρωσης που στοχεύει όχι μόνο στον κατακερματισμό της αντίστασης και των κοινωνικών διεκδικήσεων, αλλά επίσης στη μεταφορά του εκπαιδευτικού κόστους στις τοπικές κοινωνίες, όσο και στην ενίσχυση «της αυτονομίας» της σχολικής μονάδας, ως μονάδας μιας εκπαιδευτικής ομάδας «που αυτο- αξιολογείται και συνεργάζεται», η οποία αυτο-διαχειρίζεται το σχολείο (ίσως με τη βοήθεια χρηματοδοτών) – ενδεχομένως σε ανταγωνισμό με άλλες μονάδες».Τελικά, κάναμε μνεία του μετασχηματισμού της ταυτότητας του διδάσκοντα από εκείνην του «δημόσιου υπαλλήλου» – «λέξη που χρησιμοποιείται σπάνια σήμερα, ενώ πριν μερικά χρόνια, σήμαινε μια ταυτότητα με γόητρο και μια σοσιαλδημοκρατική αυτο-εικόνα, «με ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά», εφεξής ξεπερασμένα – σε αυτήν «του επαγγελματία».

Στην περίπτωση της ανώτατης εκπαίδευσης, είχαμε σκεφτεί ότι η απόπειρα να βαθύνει ο διαχωρισμός ανάμεσα στους εργαζομένους μικρής εξειδίκευσης και στους διπλωματούχους, όσο και ανάμεσα στους διπλωματούχους με ισχνή ή μέτρια ειδίκευση και εκείνους των υψηλών προσόντων θα στεφόταν από επιτυχία. Αλλά δεν έπρεπε να πάρουμε τοις μετρητοίς τη νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα στην απόπειρά της να ξεπεράσει τις κληρονομημένες αντιφάσεις από την σοσιαλδημοκρατική περίοδο. Είναι αλήθεια, ότι στην αρχή, οι αντίπαλοί μας κέρδισαν ουκ ολίγες νίκες, και, περισσότερο ακόμη, κάποιες υλικές, όταν κατάφεραν να περάσουν την Πράξη 2525 το 1997: η κατάργηση της επετηρίδας των εκπαιδευτικών σήμανε ότι μπαίναμε στην εποχή «της δια βίου κατάρτισης» και ότι η επισφάλεια θα ενισχυόταν μέσα από την ιδεολογία «της αξιοκρατίας» και του ανταγωνισμού, αντικαθιστώντας το status quo της επίσημης ισότητας στις εργασιακές σχέσεις · στην περίπτωση της ανώτατης εκπαίδευσης, η επιλογή έγινε πιο εντατική με τη δημιουργία του νέου πολυδύναμου δευτεροβάθμιου σχολείου αφενός και των «TEE» (τεχνικά ιδρύματα) αφ’ετέρου. Στην περίπτωση των πανεπιστημίων, το κράτος προσπάθησε να καθιερώσει μια «δια βίου κατάρτιση» μέσω των νέων προγραμμάτων κατάρτισης (αποκαλούμενα «ΠΣΕ») επιβάλλοντας έξοδα εγγραφής. Όμως, ακολουθήθηκε μια σειρά ανοικτών αγώνων: το κίνημα των άνεργων εκπαιδευτικών και οι εξεγέρσεις μπροστά από τα εξεταστικά κέντρα, ενάντια στην κατάργηση της παραπάνω αναφερθείσας επετηρίδας, οι καταλήψεις των σχολείων της δευτεροβάθμιας και των πανεπιστημίων από τους μαθητές και τους φοιτητές αργότερα την ίδια χρονιά.

Υπήρξαν επίσης πολλές αόρατες αντιδράσεις και αρνήσεις που εκφράστηκαν από τους φοιτητές, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς που μείωσαν το τερατώδες των εξετάσεων μέσα στο πολυδύναμο δευτεροβάθμιο σχολείο. Το αποτέλεσμα ήταν μια σχετική χαλάρωση της διαδικασίας επιλογής και μια γέφυρα που ρίχτηκε στο διαχωρισμό ανάμεσα «στην ελίτ» που εισάγεται στην ανώτατη εκπαίδευση και τα διπλωματούχα «απόβλητα» που ρίχνονταν στα τεχνικά ιδρύματα. Ακόμη περισσότερο, τα πανεπιστημιακά προγράμματα «ΠΣΕ» ποτέ πραγματικά δεν λειτούργησαν, και το αρχικό σχέδιο για την κατάργηση της επετηρίδας των εκπαιδευτικών τροποποιήθηκε, χάρη στη δημιουργία ενός περίπλοκου συστήματος διορισμού, που αποτελείται από πολλαπλές λίστες, και το οποίο υποκατέστησε τις προϋποθέσεις του νόμου του 1997.

Λόγω των ταξικών αγώνων, της χρήσης των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων για να ανοίξουν νέα πανεπιστημιακά τμήματα σε μικρές πόλεις. ώστε να ενισχύσουν τοπικά τις εισροές χρήματος, και λόγω της διαμόρφωσης και της διαχείρισης από το κράτος μιας περίπλοκης δεξαμενής φτηνής εργατικής δύναμης, για τον τριτογενή τομέα, υπήρξε μια δραματική αύξηση του αριθμού των φοιτητών στην ανώτατη εκπαίδευση. Το 1993, μόνο το 26,7% των Ελλήνων πολιτών 18-21 ετών ήταν στην ανώτατη εκπαίδευση. Το 2004, αυτός ο αριθμός έφτασε στα 60,3 %. Για να αποφευχθεί μια φορολογική κρίση, το μέρος του προϋπολογισμού της εκπαίδευσης στο ελληνικό ΑΕΠ έμεινε στo ίδιο επίπεδο κατά τη διάρκεια των 15 τελευταίων ετών (κυμαινόμενο ανάμεσα στο 3,5 και 4%).

………………….update……………………….

Αλλά για να μειώσει τις «κοινωνικές προσδοκίες», το κράτος έπρεπε να κάνει κάτι παραπάνω. Έτσι τροποποίησε τη εκπαιδευτική στρατηγική του, προς ένα πιο ξεκάθαρο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα. Τα πρώτα σημάδια αυτής της αλλαγής φάνηκαν από την αρχή αυτής της δεκαετίας. Σε γενικές γραμμές, αυτός ο επαναπροσανατολισμός συνίσταται σε δύο απλές συνταγές: αλλαγές στη διαχείριση του εκπαιδευτικού συστήματος (ή, τουλάχιστον, μια σταδιακή κίνηση προς αυτήν την κατεύθυνση) και ανεπαρκής κρατική χρηματοδότηση της εκπαίδευσης.

Η εφαρμογή της πρώτης συνταγής συνίσταται, προς το παρόν, μόνο στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στη συνεργασία ανάμεσα στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα στην κατασκευή και την από κοινού διαχείριση νέων σχολείων. Αυτό θα εκδηλωθεί σίγουρα στο μέλλον με την εμφάνιση επιχειρήσεων των που θα χρηματοδοτούν πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια σχολεία, εξασφαλίζοντας έτσι το δικαίωμά τους να μετέχουν στην κατάρτιση της μελλοντικής εργατικής τους δύναμης. Η αναθεώρηση του άρθρου 16 του ελληνικού συντάγματος (θα εμβαθύνουμε παρακάτω) αποτελεί επίσης αναπόσπαστο μέρος της ίδιας διαδικασίας και αφορούσε τα πανεπιστήμια.

Η μείωση των δημόσιων δαπανών για τον εκπαιδευτικό τομέα είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Εξ’ίσου αντιφατική, είναι καταδικασμένη να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από εκείνα που υποτίθεται ότι θα λύσει. Αφενός, επιτρέπει στο κράτος να μειώσει τις δαπάνες του και για να επιταχύνει την διαδικασία της αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης, δηλώνοντας ότι είναι μια «κοινωνική διεκδίκηση». Από την άλλη, οι ιδιώτες κεφαλαιοκράτες (είτε αναφερόμαστε στους μελλοντικούς χρηματοδότες της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είτε στους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών πανεπιστημίων) έχουν, και πολύ σωστά, τη φήμη ότι είναι ανίκανοι να δουν πιο πέρα από τα δικά τους και μόνο συμφέροντα και να μπουν στη διάθεση των γενικών συμφερόντων της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Με άλλα λόγια, λόγω των προτεραιοτήτων τους, μια επιχείρηση ή ένας τομέας δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις λειτουργίες που ιστορικά εξασφάλιζε το κράτος.

Επιπλέον, οι νεοφιλελεύθεροι  δύσκολα μπορούν να κρύψουν τη χυδαιότητά τους στο ιδεολογικό επίπεδο. Η «αξιοκρατία» έχει απομακρύνει την εξαπάτηση της σοσιαλ-φιλελεύθερης ιδεολογίας που προφασιζόταν  μια υποτιθέμενη κοινωνική χρησιμότητα. Για τους νεοφιλελεύθερους, είναι ατομικό δικαίωμα για να δρα κάποιος σαν να ήταν ένας ιδιώτης επιχειρηματίας, πράγμα που οδηγεί σε μια ιστορική υποτίμηση της ιδέας της κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ η «κοινωνία» θεωρείται ως μια απλή συνάθροιση ατόμων (ή οικογενειών, όπως έλεγε η Thatcher), τα οποία υποτίθεται ότι βρίσκονται σε καθεστώς μόνιμου ανταγωνισμού. Το πρόβλημα των νεοφιλελεύθερων είναι ότι τέτοιες ιδέες υποσκάπτουν τις βάσεις της ίδιας της πολιτικής τους νομιμοποίησης, η οποία, ανταποδίδοντας, προκαλεί την ανάγκη ενίσχυσης του κράτος (και επομένως και του προϋπολογισμού της εκπαίδευσης). Είναι ένας φαύλος κύκλος.

Σε όλα επίπεδα της εκπαίδευσης, αυτή η απόπειρα μετασχηματισμού της σε καπιταλιστική επιχείρηση είναι αντιφατική, ωστόσο σταθερή. Αυτή η απόπειρα είναι αντιληπτή στα νηπιαγωγεία, με τις νέες προτάσεις της εντατικοποίησης των προγραμμάτων και επομένως της πρόωρης εισαγωγής στον κόσμο της αξιολόγησης, και, άρα, της εργασίας · στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με την πρόταση -για άλλη μια φορά – του Συμβουλίου Εθνικής Παιδείας για μια πιο αυστηρή επιλογή των φοιτητών του πολυδύναμου δευτεροβάθμιου σχολείου και την παροχέτευση ενός μέρους του μαθητικού πληθυσμού προς την βασική κατάρτιση, μέσω των «νέων» τεχνικών σχολείων · στο νέο νόμο για τα πανεπιστήμια, ο οποίος εντατικοποιεί την εργασία στο περιβάλλον της ανώτατης εκπαίδευσης, εν μέρει  και λαθραία ιδιωτικοποιούμενο, από τη δεκαετία του 1990, και απειλεί με έξωση το μη-παραγωγικό (και άρα πλεονασματικό) διανοητικό προλεταριάτο.

Οι ορατοί ή αόρατοι αγώνες των προηγούμενων ετών έχουν βάλει όρια στην καπιταλιστική αξιοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης και συνεχίζουν να το κάνουν και σήμερα. Το κίνημα των καταλήψεων των πανεπιστημίων, που ξέσπασε το Μάιο του 2006 και διήρκεσε για ένα σχεδόν χρόνο, είναι ένα τέλειο παράδειγμα μιας  πάλης  (θεαματικά) ορατής. Στους αόρατους αγώνες, ανήκουν οι λανθάνουσες διαδικασίες που υπονομεύουν και υποσκάπτουν τις «καινοτομίες» που επιβάλλονται. Παραδείγματος χάρη, οι απόπειρες μετατροπής των εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας σε «επαγγελματίες» – που θα εκτελούν τις διαταγές του υπουργού της παιδείας, και θα κουβαλάνε «προγράμματα» και project έτσι ώστε να βρουν χρηματοδότες – αντιμετώπισαν την απόρριψη.

Ένα πρόγραμμα λεγόμενο « Εύκαμπτη Ζώνη», που θα συνέδεε, υποτίθεται, τα σχολεία με τις τοπικές εμπορικές δραστηριότητες και που παρουσιάστηκε από τους διανοουμένους του κράτους, ως μια απόπειρα να μπουν σε πράξη οι παλαιές αρχές μιας ριζοσπαστικής και ολοκληρωμένης εκπαίδευσης, στην πραγματικότητα δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Ούτε η ρητορική σχετικά με τη «σύνδεση του σχολείου με την καθημερινή ζωή», ούτε το blabla για την « κατάργηση του μοντέλου με κέντρο τον εκπαιδευτικό» ούτε και η «ανάπτυξη της συνεργασίας ανάμεσα στους φοιτητές» δεν είχαν αποτελέσματα.

Με απλά λόγια, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών μπόρεσε να δει ότι τέτοια προγράμματα θα βάθαιναν τις ανισότητες ανάμεσα στους μαθητές, αφού ήταν συνδεδεμένα με τα νέα συστήματα αξιολόγησης και, στο κάτω-κάτω, ότι θα τους επέβαλλαν μια εργασία χωρίς αμοιβή. Στη ροή των γεγονότων, έγινε για όλους ξεκάθαρο ότι η εφαρμογή του προαναφερθέντος προγράμματος ήταν ύψιστης σημασίας για τον υπουργό της παιδείας, στο μέτρο που ενσωμάτωνε τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής του : τον συνδυασμό του συγκεντρωτικού και γραφειοκρατικού ελέγχου, με την αποκέντρωση, τη μείωση των χρηματοδοτήσεων του κράτους και την αφομοίωσης της λογικής του κεφαλαίου, ενώ την ίδια περίοδο ενθαρρύνθηκε η συμμετοχή των χρηματοδοτών ώστε να βρεθούν οι πόροι για την πραγματοποίηση των προγραμμάτων.

συνεχίζεται

Η άποψη μιας καθηγήτριας σχεδίου.

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε ως σχόλιο σε άλλο blog από την incontinentia. Θεώρησα καλό και χρήσιμο να γίνει ποστ εδώ.

«Είναι τίμια και σεβαστή η προσπάθεια των δασκάλων που προσπαθούν προσηλωμένοι σ΄ένα στόχο να προσφέρουν μια επιτυχία στις πανελλήνιες, εφ΄όσον πιστεύουν πραγματικά πως οι ανώτατες σπουδές θα οδηγήσουν το παιδί σε καλύτερες συνθήκες ζωής. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για όσους επιχειρούν να προσφέρουν αυτό που θεωρούν «κάτι παραπάνω» από τις απόλυτα εξειδικευμένες γνώσεις των εισαγωγικών, και αναφέρομαι ειδικότερα στην κατανόηση του αντικειμένου, αλλά και σε πεδία που αγγίζουν τις ανθρωπιστικές  επιστήμες.

Προσωπικά τείνω στη δεύτερη άποψη, με την προϋπόθεση ότι δεν πειραματιζόμαστε ανοήτως στου κασσίδη το κεφάλι. (Μιλώ ιδιαίτερα για όσους -όπως εγώ- δεν έχουν μεγάλη παιδαγωγική εμπειρία.) Πιστεύω πως είναι μέρος της προετοιμασίας των παιδιών και η αντιμετώπιση του απροσδόκητου, μπροστά  στο οποίο μια ευρύτερη εικόνα του αντικειμένου θα τα υποστηρίξει.

Μην κρίνετε μόνο από τις θετικές επιστήμες, μάθημα πανελληνίων είναι και το ελεύθερο σχέδιο πχ, και μάλιστα για σχολές καραμπινάτες όπως η Αρχιτεκτονική ή και η ΑΣΚΤ, και που η διδασκαλία του στο Λύκειο όπως ξέρετε περιορίζεται στη 1 ώρα την εβδομάδα στη Β’ τάξη. Στη Γ’ ο θεός βοηθός.

Και μην κρίνετε επίσης μόνο με βάση τις αστικές συνθήκες, γιατί στην περιφέρεια ταλαντούχα και ορεξάτα παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα να γραφτούν σε ένα καλό φροντιστήριο και να κατέβουν με αξιώσεις στις εισαγωγικές. Τι τους μένει;  Μια μάλλον άπειρη καθηγήτρια όπως εγώ, που οφείλει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να τα προετοιμάσει. Κι αφού η μία ώρα δε φτάνει ούτε για ζήτω, χωρίς ρομαντισμό αλλά από ανάγκη οδηγούμενη, προσπαθώ να τους προσφέρω εκτός από τα απαραίτητα, -μετρήσεις, τονικότητες, σύνθεση κτλ-, και μια ευρύτερη άποψη για την τέχνη, με εικόνες, με σχέδια, με ό,τι μου κατέβει, για να μπορούν να διαχειριστούν αυτό που θα συναντήσουν αν μη τι άλλο αξιοπρεπώς. Βρίσκω το «κάτι παραπάνω» απαραίτητο, όχι πολυτέλεια.   Δεν ξέρω, ίσως να κάνω λάθος. Και μέσα μου βράζω, βράζω από θυμό που μας υποχρεώνουν όλους (παιδιά και δασκάλους) σ΄έναν αγώνα δρόμου σε στενό διάδρομο με κλειστά φώτα.

Κάτι τελευταίο: το να θέλουμε να είμαστε καλοί δάσκαλοι και για τον εαυτό μας, εμένα δε μου φαίνεται τόσο κακό. Ασφαλώς η προτεραιότητα είναι τα παιδιά, αλλά και η προσωπική μας αξιοπρέπεια είναι σημαντική. Θέλω να αισθάνομαι ικανή να κάνω αυτή τη δουλειά καλά, θέλω να βγαίνω γεμάτη απ΄το σχολείο. Πότε συμβαίνει αυτό; Όταν υπάρχει αποτέλεσμα στην τάξη.»

Το σχέδιο της επιτροπής Βερέμη για την εκπαιδευτική «ξαναρύθμιση»

Οι πανελλαδικές εξετάσεις θα καταργηθούν, το λύκειο θα αποσυνδεθεί από το σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και όσοι απόφοιτοι λυκείου επιθυμούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους θα παρακολουθούν ένα μεταλυκειακό – προπαρασκευαστικό έτος για την εισαγωγή σε ΑΕΙ – ΤΕΙ. Εξετάσεις θα διενεργούνται από έναν εθνικό εξεταστικό οργανισμό.

Αυτές είναι οι γενικές γραμμές του σχεδίου της επιτροπής Βερέμη, σύμφωνα με την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος. Το σχέδιο της επιτροπής Βερέμη θα κατατεθεί στον υπουργό Παιδείας εντός του Ιανουαρίου.

Οι βασικοί άξονες του σχεδίου έχουν ήδη οριστικοποιηθεί και είναι οι εξής:

– Οι Πανελλαδικές, που είναι συγχρόνως και εισαγωγικές και απολυτήριες, καταργούνται. Το Λύκειο αποσυνδέεται από το σύστημα πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση και ανακτά τον αυτόνομο ρόλο του.

– Όλοι οι απόφοιτοι Λυκείου, εφόσον επιθυμούν να συνεχίσουν στην επόμενη βαθμίδα, θα εισάγονται χωρίς περιορισμούς σε μεταλυκειακό – προπαρασκευαστικό έτος.

– Το μεταλυκειακό έτος θα χωρίζεται σε τέσσερις κατευθύνσεις, θετικών επιστημών (Ιατρικές, Φυσικομαθηματικές), εφαρμοσμένων επιστημών (Πολυτεχνεία), οικονομικών και ανθρωπιστικών επιστημών (Νομικές, Φιλολογίες).

– Κάθε απόφοιτος Λυκείου θα μπορεί να επιλέγει μία από τις τέσσερις κατευθύνσεις και να είναι υποψήφιος μόνο για τις σχολές που θα ανήκουν σε αυτή.

– Σε κάθε κατεύθυνση θα διδάσκονται τέσσερα μαθήματα, στα οποία θα εξετάζονται οι υποψήφιοι στο τέλος του μεταλυκειακού έτους.

– Τις εξετάσεις θα διενεργεί εθνικός εξεταστικός οργανισμός (κατά το βρετανικό μοντέλο) που θα λειτουργεί υπό την εποπτεία του υπουργείου Παιδείας.

– Ο αριθμός των θέσεων εισακτέων εκ των πραγμάτων θα παραμείνει κλειστός, καθώς οι δυνατότητες των ελληνικών Ιδρυμάτων δεν επιτρέπουν τον ισοσκελισμό της προσφοράς με τη ζήτηση.

Το νωρίτερο που μπορεί να λειτουργήσει το μεταλυκειακό έτος είναι το 2012 – 2013.

Εν τω μεταξύ, όπως φαίνεται απορρίπτεται η πρόταση για αφαίρεση ενός έτους από την υποχρεωτική εκπαίδευση, προκειμένου να προσμετρηθεί το μεταλυκειακό – προπαρασκευαστικό έτος.

Οι εναλλακτικές προτάσεις για την αλλαγή του συστήματος εισαγωγής σε ΑΕΙ – ΤΕΙ είναι:

– Το προπανεπιστημιακό έτος θα συνυπολογίζεται στο χρόνο φοίτησης στην ανώτατη εκπαίδευση (1+3), ενώ δεν θα συνυπολογίζεται στο χρόνο των πανεπιστημιακών σπουδών που διατηρείται ως έχει σήμερα (1+4).

Η κατάργηση του ενιαίου χαρακτήρα των εξετάσεων, με την ίδρυση ενός εξεταστικού κέντρου, στο οποίο κάθε υποψήφιος θα μπορεί να απευθύνεται όποτε νιώθει έτοιμος, διατηρώντας απεριόριστα το δικαίωμα βελτίωσης της βαθμολογίας του.

– Εισαγωγικές εξετάσεις απευθείας στις σχολές, οι οποίες θα καθορίζουν την ύλη και θα επιλέγουν τα θέματα. Αυτή η εκδοχή προϋποθέτει αυστηρό περιορισμό των επιλογών των υποψηφίων.

Υπό εξέταση παραμένει, δε, το κατά πόσο μπορεί να συνυπολογίζεται στα μόρια εισαγωγής η επίδοση των υποψηφίων και στις τρεις τάξεις του Λυκείου.

in.gr

«Το τυφλό» : Ένα παιχνίδι-μέθοδος διδασκαλίας-μελέτης της Φυσικής.

Για να είμαι βέβαιος πως θα μελετήσουν τουλάχιστον μία φορά το σχολικό τους βιβλίο της Φυσικής κατεύθυνσης Γ λυκείου και δεν θα αρκεστούν στις φροντιστηριακές σημειώσεις και τις λυμένες ασκήσεις του πίνακα, αποφάσισα να μελετήσουμε όλοι μαζί μέσα στη τάξη. (Ο υπογράφων για όσους δεν το γνωρίζουν είναι καθηγητής φυσικής και ανήκει στο «σκοτεινό κύκλωμα της παραπαιδείας»)

Διαπίστωσα λοιπόν,όπως ήταν αναμενόμενο, πως οι περισσότεροι διάβαζαν γρήγορα και χωρίς το μυαλό τους να είναι σε εγρήγορση, χωρίς να καταλαβαίνουν τι διαβάζουν, ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στα σχήματα και «απαγγέλλοντας»  τους μαθηματικούς τύπους σε μια «εξωγήινη διάλεκτο»   Σίγματαφισονγιωταεπιαλφαγωνιακο».

Τους εξήγησα πως η φυσική είναι επιστήμη που βασίζεται και στην παρατήρηση, θα έπρεπε συνεπώς να είναι πιο προσεκτικοί στην μελέτη των σχημάτων και των φωτογραφιών. Θα έπρεπε επίσης να απομνημονεύουν φραστικά και όχι φωτογραφικά έναν μαθηματικό τύπο για να συνηθίσουν την ορολογία.

Κάπου σε αυτό το σημείο σηκώθηκα στον πίνακα, τους γύρισα την πλάτη και  είπα : «Είμαι τυφλός. Περιγράψτε μου το σχήμα που βλέπετε, βοηθήστε με να το ζωγραφίσω στο μυαλό μου».

Άρχισαν να περιγράφουν και εγώ να σχεδιάζω στον πίνακα αυτό που μου περιέγραφαν –ο πίνακας ήταν η οθόνη του μυαλού μου-. Στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα, ένα σχήμα και μια παράγραφος μας πήρε περίπου μισή ώρα. Εννοείται πως δεν μου αρκούσε να μου πουν, σχεδίασε ένα βέλος και γράψε το γράμμα ύψιλον, αλλά, σχεδίασε το διάνυσμα της ταχύτητας και συμβόλισέ το με ύψιλον. Έπρεπε να χρησιμοποιούν την σωστή ορολογία. «Είπαμε, είμαι τυφλός αλλά όχι άσχετος με την φυσική».

Γελούσαν συχνά με τις γκάφες τους και με τις εκκλήσεις μου για βοήθεια. Αυτό κράτησε δύο ολόκληρες ώρες. Παιδεύτηκαν  κουράστηκαν, αλλά το διασκέδαζαν  και όσο περνούσε η ώρα περιέγραφαν με περισσότερη ακρίβεια ότι έβλεπαν. Όταν η εικόνα ολοκληρωνόταν συζητάγαμε, εξηγούσαμε, και αν το σχήμα συνόδευε κάποια μαθηματική ανάλυση ήταν υποχρεωμένοι να την περιγράψουν και να την εξηγήσουν, όχι στα «εξωγήινα» αλλά στα ελληνικά, να βρούν και να μου πουν τα λογικά βήματα της λύσης του προβλήματος.  Στη συνέχεια τους έβαλα να απαντήσουν στις ερωτήσεις κρίσεως που δεν είχαν καταφέρει να απαντήσουν στο σπίτι και τα πήγαν μια χαρά. Τα «δεν καταλαβαίνω τι ρωτάει» μειώθηκαν, σχεδόν εξαφανίστηκαν.

Από τότε παίζω το παιχνίδι του τυφλού για να μελετήσουμε το βιβλίο της Φυσικής  στα περισσότερα τμήματα. Τους ζητάω με την ίδια προσοχή και παρατηρητικότητα να μελετούν στο σπίτι, τονίζοντας πως άλλο πράγμα είναι το «διαβάζω» και άλλο «μελετώ». Κάποιοι μαθητές το εφαρμόζουν,και τα σημάδια προόδου αρχίζουν να γίνονται ορατά ,κάποιοι άλλοι βαριούνται να παίξουν το παιχνίδι μόνοι τους στο σπίτι. Μία μαθήτρια μάλιστα μου είπε «Χρειάζομαι έναν τυφλό για να ξεστραβωθώ».

Όπως και να έχει, το μάθημα-μελέτη στην τάξη γίνεται ευχάριστο και δημιουργικό. Πάει να είναι μια στείρα διάλεξη. Εγώ δεν είμαι πομπός, είμαι βοηθός όπως αυτοί είναι βοηθοί ενός ανθρώπου που πρέπει να βοηθήσουν να δει και να καταλάβει αφού πρώτα «δουν» και καταλάβουν» οι ίδοι. Είναι ένα πολύ όμορφο παιχνίδι. Αν διαβάζει κάποιος συνάδελφος αυτό το ποστ ας το δοκιμάσει.

Ίσως η ιδέα να προήλθε από ένα από τα πιο όμορφα βιβλία που έχω διαβάσει, το «Χρονικό της τέχνης» του Combritch, στο οποίο με είχε εντυπωσιάσει ο τρόπος με τον οποίο «κοίταζε» έναν πίνακα ζωγραφικής, ο τρόπος που περιέγραφε τα θέματα, την δράση, τα χρώματα, το φως, τα πρόσωπα, τα συναισθήματα των ανθρώπων, την δράση μέσα στην ακίνητη εικόνα, και φυσικά με μάγεψε η απλότητα και η ακρίβεια του λόγου του που μερικές φορές ήταν τόσο όμορφος όσο ο ίδιος ο πίνακας. Τότε σκέφτηκα ότι ακόμα και ένα άνθρωπος που δε μπορούσε να δει θα άξιζε να ακούσει, να του διαβάσουν, αυτό το βιβλίο. Ζήλεψα. Θα ήθελα τα βιβλία φυσικής να είναι γραμμένα με έναν τέτοιο όμορφο τρόπο και λόγο, να διδάσκουν την παρατήρηση, την περιγραφή, έναν τρόπο ερμηνείας των όσων συμβαίνουν στη φύση γύρω μας.

Μάλλον έτσι λοιπόν μου ήρθε η ιδέα να πω «Δεν βλέπω, μιλήστε, περιγράψτε, βοηθήστε με να καταλάβω».
Αυτά και καλή επιτυχία σε όποιον δοκιμάσει να το πει.

Βασίλης Ζαρείφης

Διαγωνισμός – Μάγοι της Επιστήμης

2ος Διαγωνισμός Επιστημονικού Πειράματος Επικοινωνία, Παιδί & Μάθηση

Το CAID –Centre of Applied Industrial Design- είναι μια μη κερδοσκοπική εταιρεία η οποία διοργανώνει, σε συνεργασία με το Ίδρυμα Ευγενίδου, για πρώτη φορά στην Ελλάδα τον 1ο Διαγωνισμό Επιστημονικού Πειράματος – «Μάγοι της Επιστήμης», τον Απρίλιο 2008, στην Αθήνα, για να: προσελκύσει την προσοχή των νέων σχετικά με την επιστήμη και να εξάψει την περιέργεια των παιδιών για το πείραμα και τη γνώση, ενθαρρύνοντας τη σχέση των μαθητών με την επιστήμη και την τεχνολογία  προτείνει νέα ταλέντα από διαφορετικά επιστημονικά πεδία

Ο Διαγωνισμός Επιστημονικού Πειράματος – «Μάγοι της Επιστήμης» – απευθύνεται σε επιστήμονες και εκπαιδευτικούς, αλλά κυρίως σε παιδιά και νέους. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μία διοργάνωση που στόχο της έχει τη διάδοση της επιστήμης, τη μετάδοση της επιθυμίας για επιστημονική γνώση και την ενθάρρυνση της συμμετοχής των νέων στο επιστημονικό γίγνεσθαι. Απαραίτητη θεωρείται η παρουσία των γονιών με την οποία θα επιτευχθεί η περαιτέρω συμμετοχή τους στον ενδεχόμενο επιστημονικό προσανατολισμό των παιδιών. Σίγουρα, ο διαγωνισμός θα επιβραβεύσει τους ταλαντούχους επιστήμονες και καθηγητές, θα «εμπνεύσει» τους καθηγητές κατά τη διδασκαλία των μαθημάτων τους και θα τους παρακινήσει στην αναζήτηση πρωτότυπων τρόπων διδασκαλίας. Γενικά, ο θεσμός θα προωθήσει την επικοινωνία της επιστήμης βασιζόμενος, πάντοτε, στο πρόγραμμα σπουδών του Υπουργείου Παιδείας.

Ο Διαγωνισμός Επιστημονικού Πειράματος αφορά σε επιστημονικά πειράματα –από τα πεδία των θετικών επιστημών- τα οποία απευθύνονται σε νέους και παιδιά και προβάλλουν επιστημονικά φαινόμενα ή θεωρίες με εύσχημο τρόπο. Με άλλα λόγια, οι συμμετέχοντες καλούνται να παρουσιάσουν την πρωτότυπη ιδέα ενός επιστημονικού πειράματος στο ευρύ κοινό και ειδικότερα σε νέους και παιδιά. Ο Διαγωνισμός Επιστημονικού Πειράματος θα φιλοξενήσει επιστήμονες, δασκάλους και καθηγητές σχολείων, για να καταδείξουν τη μαγεία της επιστήμης και τις εφαρμογές της στην καθημερινή ζωή, έτσι ώστε να παρακινηθεί η εκμάθηση μέσα από το παιχνίδι, την εμπειρία και το πείραμα.

Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης θα έχουν προβλεφθεί συγκεκριμένες κατασκευές (τραπέζια, εξοπλισμός, κτλ.) και εγκαταστάσεις, προκειμένου να δοθούν στους συμμετέχοντες τα απαραίτητα μέσα για την εκτέλεση του προτεινόμενου πειράματος. Ωστόσο, κάθε συμμετοχή θα θεωρείται πλήρης, εφόσον καλύπτει τα βήματα και τα υλικά για την εκτέλεση του πειράματος. Πέραν των σχετικών με τα πειράματα αιθουσών, έχουν προβλεφθεί χώροι για συγκεκριμένες δραστηριότητες που θα συνδυάζονται με το βασικό άξονα του διαγωνισμού.

Η είσοδος θα είναι ελεύθερη για το ευρύ κοινό, ενώ θα προσκληθούν προσωπικότητες από τον επιστημονικό χώρο και των ΜΜΕ, για να συνδράμουν τη διοργάνωση με το δικό τους τρόπο. Ακόμα, θα γίνουν, παράλληλα, εργαστήρια και «στρογγυλά τραπέζια» για περιορισμένο αριθμό επισκεπτών, όπου θα τεθούν θέματα που απασχολούν τις σύγχρονες τάσεις της επιστήμης και της διδασκαλίας της.

Συμμετοχές

Μετά από την επιτυχία της πρώτης διοργάνωσης, το CAID καλεί και φέτος νέους επιστήμονες, δασκάλους και καθηγητές -από όλη την Ελλάδα και όχι μόνο- να σκεφτούν και να εκτελέσουν μια πρωτότυπη ιδέα πειράματος η οποία θα απευθύνεται κυρίως σε παιδιά. Οι συμμετέχοντες καλούνται να «μαγέψουν» τα παιδιά με εργαλείο την επιστημονική αλήθεια. Στα πλαίσια του διαγωνισμού, επιστημονικά πειράματα που χρησιμοποιούν απλά μέσα και καθημερινά αντικείμενα -δυνατό να παρουσιαστούν έξω από το εργαστήριο- θα καταδείξουν τα μυστικά που κρύβουν οι επιστημονικοί κανόνες στην καθημερινότητά μας. Σχετικά επιστημονικά πεδία θεωρούνται: φυσική, χημεία, μαθηματικά, μηχανική, βιολογία, γεωλογία, περιβάλλον, φυτολογία, νέες τεχνολογίες και πληροφορική. Οι συμμετέχοντες καλούνται, εκτός από την παρουσίαση του πειράματός τους, να συνομιλούν με το κοινό και να απαντούν σε ενδεχόμενες ερωτήσεις που θα τεθούν, κυρίως, από τα παιδιά.

Οι συμμετοχές θα περάσουν από δύο στάδια επιλογής: αρχικά, θα γίνει επιλογή των συμμετεχόντων που προτείνουν μια πραγματικά πρωτότυπη ιδέα παρουσίασης πειράματος και, κατόπιν, θα προκύψουν οι τελικοί νικητές του διαγωνισμού. Στην πρώτη φάση, μετά την υποβολή των αιτήσεων συμμετοχής, θα γίνει επιλογή των πειραμάτων που θα συμμετέχουν στο διαγωνισμό. Στην δεύτερη και τελική φάση, μέσα από τις συμμετοχές που θα παρουσιαστούν κατά το διαγωνισμό, θα προκύψουν οι νικητές. Η επιλογή θα γίνει από την ειδική επιτροπή που θα συνέλθει για το σκοπό αυτό απαρτιζόμενη από επιστήμονες, καθηγητές, παιδαγωγούς, δημοσιογράφους και γονείς. Τα κριτήρια επιλογής –με βασικό άξονα την επιστημονική αξιοπιστία και τη μεταδοτικότητα, την πρωτοτυπία και τη δημιουργικότητα- θα συνταχθούν κατόπιν προσεκτικής έρευνας και, σε κάθε περίπτωση, θα βασίζονται στο πρόγραμμα σπουδών του Υπουργείου Παιδείας και στις αρχές του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

14 – 15 Φεβρουαρίου 2009

ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
ΑΙΤΗΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ
προθεσμία: 9 Ιανουαρίου 2009

Υπάρχει συζήτηση από μηδενική βάση;

«Τόσο το ΚΚΕ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ απέρριψαν την πρόταση του νέου υπουργού Παιδείας Αρη Σπηλιωτόπολου για διάλογο από μηδενική βάση.

«Το ΚΚΕ δεν πρόκειται να λάβει μέρος σε κανένα προσχηματικό διάλογο όταν σειρά νόμων που έχουν περάσει τα τελευταία χρόνια, έχουν επιδεινώσει την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος και των λαϊκών στρωμάτων. Ένας τέτοιος διάλογος μόνο στην νομιμοποίηση αυτών των κατευθύνσεων θα μπορούσε να συνεισφέρει» δήλωσε από την Αιτωλοακαρνανία η Αλέκα Παπαρήγα.

Σημείωσε ακόμη, πως το ΚΚΕ συζητά στο πλαίσιο της Βουλής και της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων και πρόσθεσε ότι οι προτάσεις και οι θέσεις του κόμματος για την Παιδεία, θα κατατεθούν στην προ ημερήσιας διάταξης συζήτηση στην Βουλή (23 Ιανουαρίου).

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ Αλέκος Αλαβάνος, μετά τη συνάντηση που είχε με πρυτάνεις Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και προέδρους Ανώτατων Τεχνολογικών Ιδρυμάτων της Αττικής, τόνισε ότι «δεν έχουμε μια tabula rasa, δεν έχουμε ένα λευκό χαρτί, διότι, δυστυχώς, το χαρτί είναι γεμάτο από ορνιθοσκαλίσματα και ανορθογραφίες σε σχέση με τον τρόπο που αντιμετωπίζει η πολιτεία την Παιδεία».

Είπε, επίσης, ότι ο διάλογος για την Παιδεία θα γίνει ανάμεσα στα κόμματα την επόμενη εβδομάδα στη Βουλή.

Το ΠΑΣΟΚ από την πλευρά του, όπως έχει δηλώσει η υπεύθυνη για θέματα Παιδείας του κόμματος Αννα Διαμαντοπούλου, «θα καταθέσει σε όλα τα θέματα τη συγκεκριμένη πρότασή του».

Απαντώντας στον υπουργό Παιδείας, η κ. Διαμαντοπούλου είχε πει πως «η χώρα χρειάζεται απαντήσεις στο quo vadis».»

in.gr